αποκαθιστώ


αποκαθιστώ
αποκαθιστώ, αποκατέστησα βλ. πίν. 158

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποκαθιστώ — κ. αποκατασταίνω (AM ἀποκαθίστημι κ. ἀποκαθιστῶ, άω, Α κ. ἀποκαθιστάνω) επαναφέρω κάτι ή κάποιον στην προηγούμενη κατάσταση, θέση, τόπο κ.λπ. νεοελλ. εξασφαλίζω τα παιδιά μου, ώστε να μην έχουν ανάγκη από πατρική ή μητρική προστασία, παρέχοντάς… …   Dictionary of Greek

  • αποκαθιστώ — [апокатисто] р. восстанавливать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αποκαθιστώ — βλ. λ. αποκατασταίνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποκαθιστῶ — ἀποκαθίστημι re establish pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀ̱ποκαθιστῶ , ἀποκαθιστάω imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀποκαθιστάω pres imperat mp 2nd sg ἀποκαθιστάω pres subj act 1st sg (attic epic ionic) ἀποκαθιστάω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναστηλώνω — (ΜΑ ἀναστηλῶ, όω) [στήλη] νεοελλ. αποκαθιστώ και επαναφέρω στην αρχική του μορφή αρχιτεκτονικό ή άλλο μνημείο 2. μτφ. α) τονώνω, ενδυναμώνω β) ενισχύω ψυχικά, ενθαρρύνω, εμψυχώνω 3. μέσ. αναστηλώνομαι α) αποκαθίσταμαι β) υψώνω το ανάστημά μου,… …   Dictionary of Greek

  • Apocatástasis — Saltar a navegación, búsqueda Apocatástasis (del griego αποκαθιστώ pronunciado apokacistó : poner una cosa en su puesto primitivo, restaurar), es un concepto especialmente utilizado por Orígenes, y que según él, significa que en el fin de los… …   Wikipedia Español

  • αδελφώνω — και αδερφώνω Ι. ενεργ. συμφιλιώνω ΙΙ. (ενεργ. και μέσ.) 1. συμφιλιώνομαι 2. συνδέομαι με στενή φιλία 3. προσφέρω ή αποκτώ αδελφό 4. συνάπτω, ενώνω 5. συμφύομαι με παραφυάδες, με βλαστούς λέγεται κυρίως για τα δημητριακά, όταν εκφύονται δίδυμοι ή… …   Dictionary of Greek

  • ανέζω — ἀνέζω (Α) (άχρηστος ενεστώτας) [έζομαι] 1. καθίζω, τοποθετώ 2. αποκαθιστώ στη θέση του 3. ( ομαι) κάθομαι ἀνέζομαι κάθομαι, ανακαθίζω …   Dictionary of Greek

  • αναλαμβάνω — (Α ἀναλαμβάνω Ν αναλαβαίνω) 1. παίρνω (στα χέρια μου), λαμβάνω 2. δέχομαι να φέρω σε πέρας κάποια εργασία ή υπόθεση, επωμίζομαι την ευθύνη για κάτι 3. αρχίζω να εργάζομαι ως υπάλληλος σε υπηρεσία, αποκτώ κάποιο αξίωμα 4. ανακτώ τις δυνάμεις μου,… …   Dictionary of Greek

  • αναμάχομαι — (Α ἀναμάχομαι) μάχομαι εκ νέου, ξαναπολεμώ, ανανεώνω μάχη κυρίως μετά από ήττα αρχ. 1. διαπληκτίζομαι εκ νέου, αντικρούω με λόγια 2. επανορθώνω ζημιά, αποκαθιστώ …   Dictionary of Greek